- εἰκοστοέβδομος
- εἰκοστο-έβδομος, der siebenundzwanzigste
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
εικοστοέβδομος — εἰκοστοέβδομος, ον (Α) ο εικοστός έβδομος … Dictionary of Greek
εἰκοστοέβδομον — εἰκοστοέβδομος twenty seventh masc/fem acc sg εἰκοστοέβδομος twenty seventh neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
εἰκοστοεβδόμων — εἰκοστοέβδομος twenty seventh masc/fem/neut gen pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
εἰκοστοέβδομα — εἰκοστοέβδομος twenty seventh neut nom/voc/acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)